Τα κοινωνικοπολιτικά μοντέλα της ειδικής αγωγής και η ελληνική νομοθεσία

Ο μικρός Άλμπερτ, είχε σοβαρές αναπτυξιακές δυσκολίες: Άργησε υπερβολικά να μιλήσει, και σαν παιδί ήταν μοναχικό. Πολύ συχνά μιλούσε μόνο του, επαναλαμβάνοντας
με εμμονή την ίδια φράση. Δυσκολευόταν πολύ στην ομιλία και οι γονείς του πίστευαν πως είναι καθυστερημένος και αναζητούσαν (ψυχ)ιατρική βοήθεια. Στο σχολείο,
θεωρούνταν αποτυχημένος, ήταν κάκιστος μαθητής και πρόβλημα για τους καθηγητές. Στο γυμνάσιο αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο για μεγάλο διάστημα, και
φαινόταν πώς θα ήταν άλλο ένα παιδί πού θα ζούσε αμόρφωτο και περιθωριοποιημένο. Φυσικά, απέτυχε στις πρώτες του εισαγωγικές εξετάσεις…
Παρ όλα αυτά, ανέτρεψε όλες τις δυσοίωνες προβλέψεις για το μέλλον του: Μεγαλώνοντας, όχι μόνο μπήκε στο πανεπιστήμιο, αλλά διακρίθηκε μεταξύ των επιφανέστερων
επιστημόνων, κερδίζοντας αναγνώριση και θαυμασμό. Ήταν ο μετέπειτα «πολύς» Άλμπερτ Αϊνστάιν: Που από άποψη ευκαιριών εκπαίδευσης, ευτυχώς, είχε την τύχη
να μεγαλώσει στη Γερμανία του 1890 και όχι στην Ελλάδα του... σήμερα !!!...
Ανήκει όμως, στους απειροελάχιστους τυχερούς της κατηγορίας του : Ποτέ δεν θα μάθουμε, πόσα τέτοια παιδιά (χαρισματικά και μη), καταδικάστηκαν από την
άγνοια του περίγυρου και την έλλειψη κοινωνικών και εκπαιδευτικών δομών, να ζήσουν χωρίς μόρφωση και κοινωνική ζωή
Σήμερα, στον πολιτισμένο κόσμο, και την Ευρώπη του Κοινωνικού Κράτους, τέτοια παιδιά, δεν θεωρούνται πια καταδικασμένα, έστω και εάν δεν κρύβουν τις ικανότητες
του διάσημου ομοιοπαθούς τους: Στις χώρες αυτές, εδώ και πολλά χρόνια, λειτουργούν ισχυροί κοινωνικοί θεσμοί και μέθοδοι εκπαίδευσης και ένταξης, που τα
βοηθάνε να ζήσουν αξιοπρεπώς, και χωρίς να επιβαρύνουν το κοινωνικό σύνολο.
Χάρις σ αυτούς τους θεσμούς, πολλά παιδιά με παρόμοια προβλήματα, (π.χ. αυτιστικό φάσμα/Asperger, - υπερκινητικότητα – ΔΕΠ-Υ (ελλειμματική προσοχή – υπερκινητικότητα),
δυσλεξία κλπ), σήμερα, αποκτούν πανεπιστημιακή μόρφωση, διδάσκουν σε Πανεπιστήμια, ή εργάζονται και ζουν αξιοπρεπώς, ακόμα και στις περιπτώσεις, που μόνοι
τους, δυσκολεύονται ή αδυνατούν να φροντίσουν επαρκώς τις πιο σύνθετες ανάγκες προσωπικής ζωής και επιβίωσης στο κοινωνικό πλαίσιο.
Ο μικρός Άλμπερτ Αϊνστάϊν, δεν είχε τέτοιους βοηθητικούς θεσμούς: Εκτός από το υψηλό νοητικό του δυναμικό, η τότε κοινωνική δομή, είχε απειροελάχιστα να
του προσφέρει: Κυρίως (ή μόνο) τη στήριξη οικογένειας, των συγγενών και του φιλικού περιβάλλοντος και ενός κοινωνικού περίγυρου πιο Ανθρώπινου και συνεκτικού.
Αυτά ήταν τα μόνα που διέθετε μία καθυστερημένη και φτωχή κοινωνία, έναν αιώνα πριν. Και όμως, ήταν πολύ περισσότερα από αυτά που «παρέχει» η Ελληνική
Κοινωνία του σήμερα, η οποία συνδυάζει όλα τα κακά: Την καθυστέρηση και ανυπαρξία κοινωνικών θεσμών και παροχών του τότε – με ένα κοινωνικό περιβάλλον
του σήμερα, καλλιεργούμενα απάνθρωπο – εχθρικό και κανιβαλικό, προς όφελος των ελάχιστων...
Η εκπαιδευτική αντιμετώπιση των παιδιών με δυσκολίες και αναπηρίες, είναι ένα ευρύ φάσμα που κινείται ανάμεσα στις δύο ακραίες εκδοχές:
1) Το μοντέλο της Ασυλοποίησης που χαρακτηρίζεται από την μαζική περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό, τις συνθήκες σιωπηλής κοινωνικής και ψυχοπνευματικής
εξόντωσης των παιδιών αυτών σε ιδρύματα αποκομμένα από την κοινωνική ζωή, ώστε να μην επιβαρύνουν την κρατούσα οικονομική ελίτ. για τις οικογένειές τους,
σημαίνει εκμετάλλευση της απόγνωσής τους, αφού οι περισσότεροι γονείς είναι διατεθειμένοι να πουλήσουν τις περιουσίες τους και να κάνουν οποιαδήποτε θυσία
για το ό,ποιο καλό του παιδιού τους. Είναι από τα ευκολότερα θύματα των κυκλωμάτων, και μίας ακόμα απάνθρωπης μπίζνας της νεομεσαιωνικής παγκοσμιοποίησης.
Ακραίο πρότυπο αυτού του μοντέλου, χώροι, όπου «μαντρώνονται» μαζικά - στην πιο «οικονομική» κατάσταση, ετερόκλητες κατηγορίες: Παιδιά με αναπηρίες, με
ψυχοπάθειες, με παραβατικότητα, πολλές φορές σε κατάσταση καταστολής με ψυχοφάρμακα.
2) Το μοντέλο του κοινωνικού κράτους που χαρακτηρίζεται από την προτεραιότητα στη διασφάλιση των Θεμελιωδών, Ανθρώπινων και Συνταγματικών Δικαιωμάτων,
που για τα παιδιά αυτά, μεταφράζεται σε ισότιμη διασφάλιση των ευκαιριών για εκπαίδευση και κοινωνική ένταξη. Τελικός προορισμός, η εξασφάλιση αυτόνομης,
ημιαυτόνομης, ή προστατευμένης διαβίωσης, απασχόλησης και εργασίας, καθώς και η μέγιστη ατομικά εφικτή αυτονομία, Ανθρώπινη διαβίωση και αξιοπρεπής κοινωνική
ζωή. Για την ευρύτερη κοινωνία, εκτός από το ηθικό κέρδος σημαίνει και οικονομικό όφελος, αφού την απαλλάσσει από την ηθική και οικονομική επιβάρυνση του
ιδρυματισμού και της ασυλοποίησης. Μοντέλο, που δεν συμφέρει τους ελάχιστους ισχυρούς της οικονομική ελίτ, αφού τα έξοδα εκπαίδευσης και ένταξης των παιδιών
αυτών, μειώνουν τις ευκαιρίες για κατάχρηση και υφαρπαγή των κοινωνικών πόρων και για τις συνακόλουθες περιττές πολυτέλειες και τα πλεονάζοντα υπερκέρδη.
Το μοντέλο του κοινωνικού κράτους, που εφαρμόζεται στις χώρες της (πραγματικής) Ευρώπης, προϋποθέτει κοινωνίες με υψηλό επίπεδο δημοκρατίας, ανθρωποκεντρικές
πολιτικές κοινωνικού προσανατολισμού και σημαίνουν διασφάλιση υγιούς, σταθερής και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης για το κοινωνικό σύνολο.
-Η Ελληνική κρατική πολιτική και νομοθεσία, αποθρασυμένη από την ατολμία των πολιτών–ψηφοφόρων, παραμένει σαφώς προσανατολισμένη στο μοντέλο της ασυλοποίησης,
προσαρμοσμένου στις ανάγκες και ευκαιρίες «αρπαχτών» που δημιούργησαν τα κονδύλια της Ε.Ε.:
Δηλ. στο να δίνεται η εντύπωση ότι υπάρχουν και εφαρμόζονται κοινωνικές παροχές που κατοχυρώνουν το σεβασμό και την επέκταση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
για να έρχονται τα κοινοτικά κονδύλια, αλλά να μην υλοποιούνται, ώστε τα χρήματα αυτά να πηγαίνουν σε πιο «οικείους» σκοπούς.
Έτσι, τα παιδιά με αναπηρίες, αφού χρησιμοποιηθούν σαν «κράχτες» κοινοτικών κονδυλίων, οδηγούνται στην εγκατάλειψη και την εκπαιδευτική και κοινωνική εξόντωση,
από την οποία, κάποιοι ωφελούνται.
Αυτή ακριβώς είναι η ισχύουσα σήμερα πραγματικότητα που δημιούργησε ο νόμος 2817 (του ΠΑΣΟΚ το 2000), του οποίου οι «βολικά» συντηρούμενες ελλείψεις και
οι πράξεις ερμηνείας και εφαρμογής, καθοδήγησαν τα κρατικά – κομματικά στελέχη της εκπαίδευσης, στην νοοτροπία που επιτάσσει και διευκολύνει την «οικονομία»
στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και όλες τις νοσηρές πρακτικές που αυτό συνεπάγεται εναντίον των παιδιών αυτών. Τα φαινόμενα που διευκολύνονται από αυτή τη νοοτροπία,
είναι πολλά και τα περισσότερα γνωστά:
-Διευθυντές που τα διώχνουν από το σχολείο «τους», εκπαιδευτικοί που τα κακομεταχειρίζονται, παράγοντες που δεν ενημερώνουν για την ύπαρξη του θεσμού της
Π.Σ. και τον αποκρύπτουν από τους γονείς, ή που δεν επιτρέπουν την εφαρμογή του βάσει του διοικητικού «τσαμπουκά» που συντηρείται ως η πιο σταθερή κοινωνικοπολιτική
αξία της δημόσιας διοίκησης...
-Δάσκαλοι που τα εκμεταλλεύονται αναγκάζοντας τους γονείς να δεχτούν «να τους κάνουν μάθημα και να τα προσέχουν» έναντι αδρής - μαύρης αμοιβής εκμεταλλευόμενοι
την απελπισία τους.
Συναλλαγές, ρουσφέτια για τη χορήγηση της Π.Σ., για να είναι έγκαιρη και πλήρης, προφάσεις, γραφειοκρατικά κωλύματα και αυθαιρεσίες προκειμένου να μη χορηγηθούν
ή να περικοπούν οι αιτούμενες εκπαιδευτικές παροχές....
Όλα αυτά, σε ένα κράτος με (επίσημα παραδεκτό) υψηλότατο δείκτη διαφθοράς, είναι η λογική κατάληξη, στην οποία ωθούνται οι πιο χαμηλόμισθοι εκπαιδευτικοί
της Ε.Ε., από μία πολιτική, που για να μην τους πληρώνει ικανοποιητικά, τους ωθεί στο να αναζητήσουν πόρους, στον εκβιασμό των πιο ευάλωτων κατηγοριών
όπως οι γονείς ανάπηρων παιδιών
Είναι επίσης η λογικά αναμενόμενη συμπεριφορά των «κολλητών» κομματικών στελεχών της εκπαίδευσης, που ξέρουν ότι όσο περισσότερες αιτήσεις Π. Στήριξης
απορρίψουν, και όσα χρήματα περικόψουν από τις κοινωνικές-εκπαιδευτικές παροχές των παιδιών, τόσα περισσότερα θα περισσέψουν για δημιουργία παραεκπαιδευτικών
θέσεων, αμοιβές από προγράμματα στα οποία θα συμμετάσχουν οι ίδιοι - ή οι ιεραρχικοί και πολιτικοί προϊστάμενοι οι οποίοι τους έχουν προωθήσει στις θέσεις
που βρίσκονται, κλπ. κλπ ....
Το ότι η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών αντιστέκεται (ακόμα) σ αυτή την πολιτικά υποδεικνυόμενη διαδικασία ενσωμάτωσής τους στο βαθειά διεφθαρμένο τμήμα
του κρατικού μηχανισμού, είναι αποτέλεσμα προσωπικών επιλογών - και σίγουρα όχι νομοθετικής κατεύθυνσης

Οι διαδικασίες αυτές, από το 2000 μέχρι σήμερα, δημιούργησαν εντός εκπαίδευσης, ένα στρώμα «διοικητικού υπόκοσμου» από εκάστοτε κομματικά και διαπλεκόμενα
στελέχη, εχθρικά προς τα Δικαιώματα των παιδιών με αναπηρίες, που έκαναν επιστήμη την άρνηση και τις περικοπές εκπαιδευτικών κοινωνικών παροχών, επιβραβεύοντας
τις πρακτικές καταπάτησης και παραγκωνίζοντας ή διώκοντας τους εκπαιδευτικούς που ήταν φιλικοί προς τα Δικαιώματα των παιδιών αυτών, στέλνοντας έτσι ένα
μήνυμα και προς τους υπόλοιπους...
Το όλο κόλπο αποδείχτηκε αρκετά «αποτελεσματικό»: Από τα 2.000 περίπου παιδιά που υπολογίζεται ότι είχαν ανάγκη από συνεκπαίδευση, επί 4 χρόνια (μέχρι
το 2004) οι Π.Σ. έμειναν καθηλωμένες μόλις στις... 4 !!! Αυτό, πρακτικά σημαίνει ότι εξοικονομήθηκαν περίπου 2.000 μισθοί από την απουσία ειδικών παιδαγωγών,
πράγμα που πρακτικά σημαίνει π.χ. ότι άλλα 250 κομματικά στελέχη, μπόρεσαν να γίνουν υψηλόμισθοι (με αμοιβές της τάξης των 10.000 το μήνα), εις βάρος των
ανάπηρων παιδιών και των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων τους...
Οι γονείς του αυτιστικού φάσματος, (που είναι μία από τις πιο παραμελημένες κατηγορίες), άρχισαν σιγά – σιγά να αφυπνίζονται και να αντιδρούν: Δημιούργησαν
ανεξάρτητους συλλόγους, εξέδωσαν δικό τους περιοδικό και άρχισαν να αλληλοενημερώνονται για τα Δικαιώματά τους όπως προκύπτουν από το Σύνταγμα και την
Ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, να οργανώνουν επιστημονικά σεμινάρια και ημερίδες με κοινωνικές προεκτάσεις, να ενημερώνουν
την ευρύτερη κοινή γνώμη, να πιέζουν κοινωνικά και πολιτικά, οργάνωσαν τις πρώτες διοικητικές προσφυγές και δικαστικές κινήσεις - και σιγά σιγά, κατόρθωσαν
μέχρι στιγμής να αυξήσουν τις Π.Σ. στις 350 με 400 περίπου.
- Τα στελέχη του ΥΠΕΠΘ απάντησαν με νέες επινοήσεις περικοπών και παραβίασης Εκπαιδευτικών Δικαιωμάτων. Τέτοιες επινοήσεις π.χ., για την Π.Σ. ήταν η εκπρόθεσμη
και η επιμερισμένη εφαρμογή της, δηλ. ο συνεκπαιδευτής, αφ ενός έρχεται στο σχολείο μήνες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, (επομένως, λιγότεροι μισθοί)
- όταν για το παιδί είναι ήδη αργά, και αφ ετέρου, μοιράζεται σε διαφορετικά παιδάκια, διαφορετικά σχολεία και από λίγες ώρες στο καθένα, κ.ο.κ. Πράγμα,
που κάνει περισσότερη ζημιά παρά καλό, αλλά είναι ένα τέχνασμα, αφ ενός για να γίνεται «οικονομία», και αφ ετέρου, για να φαίνεται ότι το αίτημα έχει τυπικά
ικανοποιηθεί - και κυρίως, για να φαίνεται ότι οι Π.Σ. είναι διπλάσιες ή τριπλάσιες από τους συνεκπαιδευτές που απασχολούνται σ αυτές (δηλ. κάτι σαν «δημιουργική
λογιστική» της ειδικής αγωγής)
Ο απώτερος στόχος αυτής της πολιτικής, είναι γνωστός και ήδη ορατός: Η συντηρούμενη απουσία δημόσιων δομών και κοινωνικών παροχών, σπρώχνει τους γονείς
στα κερδοσκοπικά ιδιωτικά κέντρα, που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, αφαιμάζοντας οικονομικά τις οικογένειες των παιδιών και παρέχοντας συνήθως υποβαθμισμένες
υπηρεσίες αμφίβολης ποιότητας και αναγκαιότητας (αφού δεν υπάρχουν Δημόσιες δομές τις οποίες θα πρέπει να ανταγωνιστούν). Έτσι, τα χρήματα των φορολογούμενων
αντί να πάνε στις κοινωνικές ανάγκες, περισσεύουν για τους εκάστοτε «κολλητούς».
Αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας, ήταν η περαιτέρω συσπείρωση των γονιών του αυτιστικού φάσματος και συναφών δυσκολιών, που για πρώτη φορά, εμφανίστηκαν
δυναμικά, μέσω ενός ψηφίσματος προς τον υπουργό Παιδείας και το ΥΠΕΠΘ, το οποίο υπέγραψαν πάνω από 4.000 άτομα. Στο ψήφισμα, μιλούσαν με βαριές φράσεις,
που όμως ήταν συνειδητές και τεκμηριωμένες με επιστημονική γνώση λόγου. Απαιτούσαν την αλλαγή και βελτίωση του νόμου 2817, τις διατάξεις του οποίου χαρακτήρισαν
ως «επιστημονική μέθοδο εξόντωσης (και όχι εκπαίδευσης) των παιδιών», ως μέσον «οικονομίας στα Ανθρώπινα και Συνταγματικά Δικαιώματα των παιδιών», των
οποίων την καταπάτηση «διευκολύνει προς όφελος της διαφθοράς»...
Το ψήφισμα αυτό που καταλήγει σε συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις, συνυπογράφουν μαζί με τους γονείς και πολλοί ειδικοί και διακεκριμένοι επιστήμονες

Η κίνηση αυτή, συνέπεσε με την κυβερνητική ανάγκη αναπροσαρμογής της νομοθεσίας στις ανάγκες λήψης των νέων κοινοτικών κονδυλίων (Δ΄ΚΠΣ) για την ειδική
αγωγή.
Μέσα σ αυτή τη συγκυρία, άρχισαν οι διαδικασίες επεξεργασίας του νέου νόμου, που μεταξύ άλλων, καλούνταν να λύσει το «αγκάθι» του «Τμήματος Ένταξης» και
της «Παράλληλης Στήριξης»

Η ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΙ Ο ΑΥΤΙΣΜΟΣ & Συναφείς παθήσεις και δυσκολίες:

Όπως καταλάβατε από το αρχικό (όχι το σημερινό) παράδειγμα του μικρού Άλμπερτ - που παραθέσαμε στο πρώτο μέρος του άρθρου (προηγούμενο τεύχος) - η Παράλληλη
Στήριξη είναι ο θεσμός ενός ειδικού παιδαγωγού, ο οποίος συνοδεύει το παιδί εντός και εκτός τάξης, σε δύο επίπεδα: Στο μαθησιακό και την ένταξη, δεδομένου
ότι η νευροεγκεφαλική του βλάβη που έχει να κάνει με την επικοινωνία με τον έξω κόσμο, το εμποδίζει και στα δύο.
-Ο παράγοντας που παραμένει σταθερά ο επιστημονικά σημαντικότερος, εδώ και 30 χρόνια (από την εποχή περίπου του “Rainman” - όπου τονίζεται σε πάνω από
10 εκτενείς και επιστημονικά μελετημένες κινηματογραφικές σκηνές), είναι το σταθερό, γνώριμο και οικείο περιβάλλον, δεδομένου ότι οι αλλαγές, τις οποίες
τα παιδιά αυτά δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν και κατανοήσουν, είναι η σημαντικότερη αιτία «αποκοπής» τους από την «εξωτερική» πραγματικότητα, όντας
γι αυτά, κυριολεκτικά τρομακτικές. Ο συνεκπαιδευτής της Π.Σ., είναι το (σταθερό) σημείο αναφοράς και σύνδεσής του με το περιβάλλον και κυρίως με τις αλλαγές
του, τις οποίες το βοηθάει και εκπαιδεύει να αντιληφθεί, παρακολουθήσει και κατανοήσει μέσα στο σχολικό περιβάλλον και να εξοικειωθεί, με αυτές. Αυτό,
διαρκεί όσο χρειάζεται - μέχρι το παιδί να εκπαιδευτεί στη διαχείριση των αλλαγών του σχολικού περιβάλλοντος και σιγά – σιγά να αρχίσει να αυτονομείται.

Όλα αυτά, προϋποθέτουν ότι ο ειδικός παιδαγωγός, έχει ειδικευτεί στη συγκεκριμένη πάθηση (π.χ. αυτισμός / ΔΕΠΥ κλπ) και γνωρίζει τις ιδιαιτερότητες του
συγκεκριμένου παιδιού, «ανακαλύπτοντας» την κοινή γλώσσα επικοινωνίας μαζί του, η οποία διαφέρει από παιδί σε παιδί. Αυτό με τη σειρά του, προϋποθέτει
προηγούμενη συνεργασία με τους γονείς, την ομάδα ειδικών (γιατρό, ψυχολόγο κλπ) που παρακολουθεί και γνωρίζει το παιδί, καθώς και με τους δασκάλους του.

Οι πιο κρίσιμες περίοδοι, είναι αυτονόητα οι περίοδοι που αποτελούν φάσεις μεγάλων αλλαγών περιβάλλοντος και πλαισίου, όπως: η πρώτη επαφή με το σχολείο
(πρώτη χρονιά στο νηπιαγωγείο), οι πρώτοι μήνες κάθε τάξης, η πρώτη τάξη κάθε νέας βαθμίδας, (οι λεγόμενες «τάξεις εισόδου» δηλ. Νηπιαγωγείο, Α΄ Δημοτικού,
Α΄ Γυμνασίου) κλπ.
- Επομένως, τα αντίστοιχα «όπλα» που μπορούν να βοηθήσουν το παιδί, είναι η διασφάλιση του μέγιστου βαθμού σταθερού, γνώριμου και οικείου περιβάλλοντος,
σε συνδυασμό με το θεσμό και το συνεκπαιδευτή της Παρ. Στήριξης.
-Από όλα τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό πως αν κάποιος ήθελε να κάνει «επιστημονική» ζημιά στο παιδί αυτό, θα του άλλαζε διαρκώς το περιβάλλον: δηλ. Θα
του άλλαζε διαρκώς σχολείο, αίθουσα, δάσκαλο, συμμαθητές, πλαίσιο και τρόπο διδασκαλίας, θα το είχε άλλες φορές με συνεκπαιδευτή και άλλες χωρίς αυτόν...

-Επί πλέον – και κυρίως - θα το άφηνε χωρίς συνεκπαιδευτή σε κάθε φάση / περίοδο τέτοιων αλλαγών, και πρωτίστως στην αρχή κάθε εκπαιδευτικής φάσης: Τους
πρώτους μήνες στο νηπιαγωγείο, τους πρώτους στο Δημοτικό, στην αρχή κάθε τάξης, κλπ.
-Αυτοί, είναι οι «επιστημονικοί» τρόποι για να κακοποιήσει κάποιος ένα τέτοιο παιδί
Οι πιο πάνω τακτικές «εύστοχων» αλλεπάλληλων αλλαγών, εκτός του ότι ενεργοποιούν πρωτογενώς τις διαταραχές του αυτισμού, ενεργοποιούν και πολλές ακόμη
παράγωγες αρνητικές παραμέτρους: Όπως π.χ. την επιθετικότητα παραβατικών μαθητών και προσωπικού, δημιουργώντας για τα παιδιά του αυτιστικού φάσματος, προϋποθέσεις
κακοποίησής τους και άσκησης σχολικής βίας, της οποίας τα παιδιά αυτά, αποτελούν τα συνηθέστερα θύματα...
Οι τακτικές αυτές που θα αναλύσουμε στην ενότητα «Παράλληλη Στήριξη και Τμήμα Ένταξης» - στη μελέτη των αντίστοιχων άρθρων του νόμου - συνθέτουν έναν «επιστημονικό»
και ταυτόχρονα «διακριτικό» τρόπο ψυχονοητικής, εκπαιδευτικής και κοινωνικής εξόντωσης των παιδιών αυτών – και συνακόλουθης απομάκρυνσής τους από το σχολείο,
με προορισμό την ασυλοποίηση. (κάτι σαν «έξυπνο όπλο» εναντίον... ανάπηρων παιδιών!!!)
Αυτό ακριβώς κάνουν και οι κουτοπόνηρες επινοήσεις – «πατέντες» των αρμοδίων του ΥΠΕΠΘ, τις οποίες κατήγγειλαν οι γονείς και ειδικοί στο ψήφισμά τους:
Ο συνεκπαιδευτής, έρχεται μήνες μετά την έναρξη του σχολείου και απουσιάζει στην αρχή που είναι η πιο κρίσιμη περίοδος, το παιδί αλλάζει καθημερινά εκπαιδευτικό
σχήμα - αφού βρίσκεται λίγες ώρες με Π.Σ. και κάποιες ώρες χωρίς αυτήν, κάποιες ώρες στην κανονική τάξη και κάποιες στο τμήμα ένταξης, κάποιες ώρες με
τους συμμαθητές της τάξης και κάποιες με τους μαθητές του τμήματος ένταξης (οι οποίοι, επίσης κάθε ώρα αλλάζουν) κλπ κλπ. Δηλ. απουσία στήριξης στην πιο
καθοριστική περίοδο, διαρκείς αλλαγές σχήματος, προσώπων, αίθουσας... Τι περισσότερο θα μπορούσε να κάνει κανείς για να εξοντώσει «επιστημονικά» αυτά τα
παιδιά, ενώ ταυτόχρονα οι στατιστικές δείχνουν ότι τα βοηθάει ;
Αυτός ήταν ο λόγος που στο ψήφισμά τους, οι 4.500 περίπου γονείς και ειδικοί επιστήμονες κατήγγειλαν με πλήρη γνώση (επιστημονικού) λόγου τις διατάξεις
της ισχύουσας νομοθεσίας (2817/του 2000) και τις μεθόδους εφαρμογής του από τους αρμόδιους (εκπρόθεσμη, μερική & επιμερισμένη Π.Σ., ακατάλληλο τμ. ένταξης
κλπ) ως «επιστημονική μέθοδο εξόντωσης των παιδιών», στα πλαίσια της «οικονομίας»:
Οικονομία, σε μία κοινωνική εκπαιδευτική παροχή, που το κράτος δείχνει ότι θεωρεί «ακριβή» και «περιττή πολυτέλεια»...
- Είναι πράγματι η Π.Σ. μία «ακριβή» παροχή υψηλού κόστους;
Ασφαλώς όχι: Συμβαίνει μάλιστα το ακριβώς αντίθετο: Η Π.Σ. είναι η πιο φθηνή εκπαιδευτική κοινωνική παροχή στην (πραγματική) Ευρώπη, αποτελώντας ένα μηδαμινό
ποσοστό μπροστά στις παροχές που οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν εδώ και πολλά χρόνια δωρεάν (ειδικευμένα σχολεία, κέντρα εκπαίδευσης, απασχόλησης, προστατευμένης
διαβίωσης ή εργασίας κλπ). Η Π.Σ., δεν απαιτεί τις εγκαταστάσεις, τον εξοπλισμό, το πολυάριθμο προσωπικό, το λειτουργικό κόστος κλπ... αυτών των παροχών,
αλλά μόνο το μισθό ενός συνοδού στην ήδη υπάρχουσα τάξη. Αν μάλιστα υπολογίσετε ότι το Ελληνικό κράτος ΠΑΙΡΝΕΙ τεράστια ποσά από το κοινοτικό ταμείο, ενώ
τα Ευρωπαϊκά κράτη ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ για τη δημιουργία τέτοιων παροχών στη χώρα μας, τότε γίνεται αντιληπτό ότι οι παροχές αυτές, ΜΠΟΡΟΥΝ και ΠΡΕΠΕΙ να είναι και
στην Ελλάδα όχι μόνο ίδιες, αλλά και μεγαλύτερες από αυτές των Ευρωπαϊκών χωρών - και ότι τα αιτήματα των γονιών για την Π.Σ., είναι αμελητέα ψίχουλα μπροστά
στις πραγματικές δυνατότητες και ανάγκες. Ο μόνος λόγος που δεν υλοποιούνται τέτοιες παροχές στις τριτοκοσμικές κοινωνίες, είναι γνωστός: Η περικοπή των
κοινωνικών παροχών, για να περισσεύει δημόσιο χρήμα για τη διαφθορά, και τους «κολλητούς» που διαθέτουν οι κοινωνίες αυτές.
Η κυριότερη αλήθεια όμως, βρίσκεται στη δεύτερη παράμετρο: Ότι οι παροχές αυτές, οικονομικά, όχι μόνο δεν κοστίζουν, αλλά αντίθετα, τελικά αποφέρουν μεγάλο
κέρδος και συμβολή στην μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη, αφού τα παιδιά αυτά γίνονται οικονομικά ενεργοί πολίτες, αποδίδοντας πολλαπλάσια από αυτά που
δαπανήθηκαν για την εκπαίδευσή τους, αντί να φυτοζωούν σε ιδρύματα που πληρώνουν οι πολίτες. Η μόνη διαφορά είναι ότι το κέρδος από την «οικονομία» στα
εκπαιδευτικά τους Δικαιώματα πηγαίνει στους ελάχιστους «κολλητούς», ενώ το (πολλαπλάσιο) κέρδος από την εκπαίδευσή τους, πηγαίνει στην ευρύτερη κοινωνία.

Όλη η επιχειρηματολογία και η δικαιολόγηση μίας «σφιχτής» οικονομικής πολιτικής εις βάρος των πολιτών, καταλήγει πάντα στο γνωστό και κοινότυπο έσχατο
επιχείρημα: «Θυσίες, για να ενισχύσουμε τις ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες και τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα».
Επομένως, οι ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες, είναι ο πιο «αξιόπιστος μάρτυρας» για την αξιοπιστία, ή την αναξιοπιστία ενός κράτους: Γνωρίζουν, και μπορούν
να μας πληροφορήσουν καλύτερα από τον καθένα, το αν τα χρήματα των θυσιών που μας επιβάλλονται, πηγαίνουν πράγματι στις κοινωνικές ανάγκες, ή, αν αυτές
χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για την οικονομική αφαίμαξη των πολιτών.
Όταν μάλιστα, η πρόθεση αυτή εκφράζεται και νομοθετικά, αποκτά άλλη βαρύτητα: Διαμηνύει προς ΟΛΟΥΣ τους πολίτες, την επιλογή και εφαρμογή του κοινωνικού
μοντέλου που βασίζει την «ανάπτυξη» στην «οικονομία» σε Ανθρώπινα και Συνταγματικά Δικαιώματα, δηλ. στην καταπάτησή τους, η οποία μετουσιώνεται σε προνόμια
και κέρδη των ελάχιστων ευνοούμενων, και του διεφθαρμένου κρατικού / διοικητικού υπόκοσμου που εξυπηρετεί τις επιδιώξεις τους. Και αν το προβαλλόμενο όραμα
είναι η Ευρώπη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, το πραγματικό και κρυφό όνειρο της κοινωνικοπολιτικής εξουσίας, είναι η «Κινεζοποίηση» των πολιτών και της κοινωνίας...

Γιάννης Σταυρόπουλος
Αυγή 30/11/2009

Αρχεία

Φεβρουάριος 2012
ΚυρΔευΤρίΤετΠέμΠαρΣάβ
2930311234
567891011
12131415161718
19202122232425
26272829123

Εγγραφή στο newsletter μας

Ηλεκτρονική διεύθυνση:

Ονοματεπώνυμο:

Ειδήσεις για την αναπηρία απο το google